Αρχική arrow Νομικός Βοηθός arrow Οδηγοί (νέοι δικηγόροι) arrow Η Πειθώ στην Υπηρεσία της Δικηγορίας

Η Πειθώ στην Υπηρεσία της Δικηγορίας

Έχει γραφτεί από Θεόδωρος Ορέστης Σκαπινάκης
Κυριακή, 21 Οκτώβριος 2012

Tου Θεόδωρου Ορέστη Σκαπινάκη*

«Οι δικηγόροι είναι θαυματοποιοί
που αντιλαμβάνονται την γλώσσα τους
ως μέσο για να εξασκήσουν την μαγεία τους»
(Στήβεν Στάρκ, Λέκτορας
στην Νομική Σχολή του Χάρβαρντ)

Συνεχίζω να πιστεύω ότι οι μεγάλοι συνήγοροι αυτής και κάθε άλλης χρονικής περιόδου στην καταγεγραμμένη ιστορία είναι οι επιμελείς σπουδαστές της κοινωνίας και όχι οι κράχτες του καρναβαλιού. Αυτή και μόνη η δήλωση καλύπτει από μόνη της ήδη πολύ έδαφος. Για τους σκοπούς της τέχνης, της επιστήμης, και της τεχνικής της υπεράσπισης, σημαίνει ότι για να κερδίσετε τις δίκες, πρέπει να καταλάβετε πώς οι ένορκοι και κυρίως οι δικαστές πείθονται από το δράμα που συνθέτουν οι αποδείξεις και η ρητορική των δικηγόρων.

Το Μικτό Ορκωτό σύστημα έχει δεχθεί πολλή κριτική τα περασμένα χρόνια. Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλο τμήμα των πάλαι ποτέ αρμοδιοτήτων του έχει μεταφερθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Και εδώ πολλοί παραδέχονται ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να κριθούν δίκαια υποθέσεις που δεν θα μπορούσαν άλλως να ολοκληρωθούν αποτελεσματικά. Θα ανακαλύψετε, εν τούτοις, ότι οι τεχνικές της πειθούς είναι βασικά οι ίδιες είτε αποφασίζουν οι ένορκοι είτε ένας ή περισσότεροι δικαστές. Οι δικηγόροι που σκέφτονται ότι μπορούν να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους ‘πιο ουδέτερα’ σε έναν δικαστή θα μάθουν γρήγορα από αυτό το λάθος, εις βάρος όμως των πελατών τους, που δεν φταίνε σε τίποτε. Τόσο οι ένορκοι όσο και οι δικαστές ως επί το πλείστον αγωνίζονται να είναι δίκαιοι παραμερίζοντας πολλές φορές την τυπική νομική λογική, για να αποδώσουν ουσιαστική δικαιοσύνη που δεν θα προσβάλλει το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά και την συνείδησή τους και δη στα πρωτοβάθμια δικαστήρια της ουσίας. Εξ άλλου ο γνήσιος δικαστής δεν μπορεί ποτέ να παραιτηθεί από την προσφυγή σε μια διαίσθηση δοκιμασμένη στην πείρα της ζωής. Ο δικαστής σίγουρα είναι πιο υποψιασμένος και επιφυλακτικός, αλλά δεν παύει να είναι άνθρωπος που δεν είναι πάντοτε στην ιδανικότερη διανοητική φόρμα. Ουδείς δικαστής, οσοδήποτε θιασώτης του νομικού θετικισμού, δύναται να ανταποκριθεί απολύτως στις ψυχρές προσταγές του λογοκρατούμενου δικαίου μας.

Είναι, επίσης, πολύ καθοριστικό ότι ο ακροατής σας συνήθως είναι ένας ή περισσότεροι δικαστές που δεν γνωρίζουν και πολλά για την υπόθεση που εκδικάζεται, γιατί σπανίως άλλως τε προετοιμάζουν τις υποθέσεις λόγω της υπερφόρτωσης των πινακίων. Η άποψή μου -διστάζω να το αποκαλέσω θεωρία- της δικαστηριακής διαδικασίας είναι ότι το γεγονός ότι οι δικαστές είναι ως επί το πλείστον απροετοίμαστοι δεν δικαιολογεί όμοια συμπεριφορά από μέρους μας. Γιατί μια υπόθεση που δεν έχετε προετοιμάσει δεν θα μπορείτε ούτε να τήν συνοψίσετε ούτε να τήν αναλύσετε στους κρίνοντες (δικαστές ή ενόρκους). Νομίζω ότι το ‘γιατί’ δεν χρήζει μεγάλης αναλύσεως. Για να διαπλάσετε την υπόθεση στα μέτρα σας ενώπιον νοημόνων ανθρώπων θα πρέπει απαραιτήτως να τήν γνωρίζετε τέλεια, και τα θετικά και τα αρνητικα της. Αν λ.χ. δεν γνωρίζετε τις αδυναμίες της, πώς θα αποτρέψετε την διαδικασία από το τίς αποκαλύψει; Πώς θα εκτρέψετε τον δικαστή μακριά από αυτές; Συνεπώς, πρέπει να παρουσιάσετε την υπόθεσή σας με έναν “μεθοδευμένο υποκειμενισμό”. Συνήθως η αφήγηση ερείδεται σε δύο άξονες που θα τούς συνδυάσετε ανάλογα και με την εκάστοτε σκοπιμότητα που θέλετε να ικανοποιήσετε: κατά χρονική ακολουθία και κατά θεματική. Το ποια διάκριση πρωτεύει εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Αν η σύντομη “ιστοριούλα” σας (γιατί πάντα πρέπει να αποβλέπετε στο να είναι συνοπτική, ιδίως όταν τήν παρουσιάζετε στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και της προσωρινής διαταγής!) είναι πολύ καλά οργανωμένη και ο αφηγητής της (δηλ. εσείς) διατηρεί ύφος ανθρώπου που επίσταται, τότε θα καταφέρετε να εισάγετε το νου του δικαστή στην δική σας λογική και πραγματικότητα. Καλά οργανωμένη ιστορία σημαίνει και κάτι άλλο: ότι η λογική αλληλουχία είναι στέρεη και δεμένη γερά, λόγω επεξεργασίας, ότι δεν υπάρχουν κενά που μπορούν να ανιχνευθούν εύκολα και ότι η προσφερόμενη οπτική είναι πολυδιάστατη και πάντοτε εντός του θέματος. Πολλοί δικηγόροι βρίσκονται συχνά στην ανάγκη να πείσουν τον δικαστή ότι κάτι, άσχετο στην πραγματικότητα, αφορά ουσιωδώς “στην υπόθεσή μας” προκειμένου να τόν παρασύρουν στο κλασικό ευνοϊκό γι’ αυτούς σφάλμα: στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Από την ανάγκη για αυτό που θα καλούμε εφεξής “ιστοριούλα” προκύπτει, επί πλέον, η παράδοξη ανάγκη εμείς οι δικηγόροι να προτείνουμε ψευδείς ισχυρισμούς, ακόμη και όταν έχουμε δίκαιο. Οι περισσότεροι νομίζουν, βλέπετε, ότι ψέμματα λέγουν οι δικηγόροι όταν ο πελάτης τους έχει άδικο ή είναι ένοχος. Μεγάλη πλάνη! Η απόκρυψη γεγονότων, δυστυχώς, επιστρατεύεται, ακόμη και όταν η πλευρά μας έχει απολύτως δίκαιο! Και αυτό γιατί στο δικαστήριο υπόσταση αποκτά μονάχα ό,τι αποδεικνύεται ή πιθανολογείται άνευ σοβαρών αμφιβολιών, καθώς στον ανθρώπινο νου του δικαστή αυτά τα δύο συγχέονται. Συνεπώς, η πολύτιμη ‘ιστοριούλα’ μας συχνά νοιώθουμε ότι χρειάζεται κάποια “κατά συνθήκη” ψέμματα για να αποκτήσει μεγαλύτερη πειστικότητα και να εξοβελιστούν τα “σκοτεινά” σημεία, που αδυνατούμε να αποδείξουμε. Ας παραδεχθούμε την ‘πικρή’ αλήθεια: αν οι δικηγόροι γνωρίζουν ότι έχουν στα χέρια τους μια χαμένη υπόθεση –και στο ήμισυ των περιπτώσεων πρέπει να το ξέρουν- το καλύτερο ίσως που μπορούν να κάνουν για τους πελάτες τους είναι να προκαλέσουν σύγχυση στο δικαστήριο και δη κατά την ποινική διαδικασία, όπου ισχύει το in dubio pro reo. Οι δικηγόροι, λοιπόν, πολλές φορές παίζουν τον ρόλο του επαγγελματία πλανευτή αντί του αρωγού της Δικαιοσύνης. Στο κάτω-κάτω της γραφής, σε πολλές περιπτώσεις, καθήκον των δικηγόρων είναι να βγάλουν κάτι από το τίποτε. Και αυτά είναι κάτι παραπάνω από κυνικές διαπιστώσεις ευρείας κατανάλωσης και χαρακτηρίζουν κοινωνικά το επαγγελματικό μας status.
Ευθυγραμμιζόμενος στην ως άνω πραγματικότητα ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου των Παρισίων Payen σε ένα λόγο του το έτος 1930 είχε δηλώσει με οξυδέρκεια τα εξής: «Ο δικηγόρος που κάνει πρώτος τον δικαστή μιας υπόθεσης είναι μια παλιά μορφή που μάς έθελγε κατά την νεότητά μας. Είναι πολύ ωραία, πολύ ευγενής, αλλα ψεύτικη και επικίνδυνη. Φυλαχθείτε!» Αν πρέπει, λοιπόν, να παραστήσουμε τον δικαστή πριν από την τελική κρίση της υπόθεσης, αυτό πρέπει να γίνεται για να βρούμε τι πρέπει να προτείνουμε, προκειμένου ο πραγματικός δικαστής να εμποδιστεί να φθάσει στα ίδια συμπεράσματα με εκείνα που φθάσαμε εμείς όταν μπήκαμε στην θέση του και νοερά δικάσαμε αμερόληπτα την υπόθεση γνωρίζοντας τα συν και τα πλην της. Γιατί μεγάλη σημασία δεν έχει ο δικανικός συλλογισμός για τον δικηγόρο, αλλά για τον δικαστή. Ο δικηγόρος αυτό που προσπαθεί να κάνει κυρίως είναι να επηρεάσει τις δύο βασικές προκείμενες του δικανικού συλλογισμού, αφ’ ενός την μείζονα πρόταση προσφέροντας μια διαφορετική ανάγνωση του γράμματος και του πνεύματος του νόμου, αφ’ ετέρου επηρεάζοντας την δικαστική κρίση ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με κοινό παρανομαστή το συμφέρον του εντολέα του. Για τον δικηγόρο δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο σε όλα αυτά τα τεχνάσματα, εφ' όσον το ρητό “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” καθίσταται απαραίτητη συνθήκη για να λειτουργήσει το νομικό σύστημα υπέρ ημών, πελατών και εισπράξεων…

Κατά βάση, θεωρώ ότι η καλή δικηγορία μπορεί ακόμη και να διδαχθεί. Η καλή δικηγορία δεν είναι ένα τυχερό παιχνίδι ή καθαρή τύχη ή ταλέντο, ακόμα κι αν αμφότερα μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο. Κάθε μέρα από την αίθουσα του επαρχιακού ειρηνοδικείου, που μοιάζει με τάξη δημοτικού σχολείου, μέχρι την λαμπρή αίθουσα του Αρείου Πάγου, στα πρωταθλήματα των δικαστικών αγώνων, η ικανότητα κερδίζει ως επί το πλείστον, ακόμη και εκεί που “η υπόθεση δεν βοηθάει και πολύ” με την εξαίρεση φυσικά της μονομαχίας με αστοιχείωτο κρίνοντα... Οι δε απειροελάχιστες περιπτώσεις των “πιασμένων” δικαστών φυσικά και δεν λαμβάνονται υπ’ όψη! Και μην παρασύρεστε από τους δεκάδες συναδέλφους που σπεύδουν να αποδώσουν το δυσμενές αποτέλεσμα σε χρήση “μέσου” ή “βύσματος” από τον αντίδικο για να δικαιολογήσουν την δική τους ανεπάρκεια…
Εκείνοι που γρήγορα αποκτούν την τεχνική να πείθουν, δεν το κάνουν, επειδή τάχα γεννήθηκαν με ταλέντο στην δικηγορία, αλλά επειδή έχουν μάθει να σκέφτονται και να μιλούν με οργάνωση και ενάργεια. Δεν υπάρχει “ταλέντο στην δικηγορία”, τελεία και παύλα. Φυσικά η εμπειρία έχει μεγάλη σχέση και με τα δύο παραπάνω. Ειδικότερα, η εμπειρία έχει την εξής επίδραση: αφ’ ενός ο έμπειρος δικηγόρος εξοικειώνεται με τις απαιτήσεις των δικαστών (πώς σκέφτεται και αποφαίνεται ο δικαστής), αφ’ ετέρου μαθαίνει περισσότερα πράγματα για τις διάφορες διαδικασίες και φυσικά για τον εαυτό του (προτερήματα και ελαττώματα), προβάλλοντας τα πρώτα και αποκρύβοντας τα τελευταία. Η εμπειρία είναι κάτι το απροσδιόριστο πάντως: τα παθήματα που γίνονται μαθήματα και η επανάληψη που μάς κάνει επιτήδειους στις γρήγορες αντιδράσεις απέναντι στους “άσσους που μπορεί να μάς πετάξουν” οι αντίδικοι είναι αποτέλεσμα της πείρας, αλλά φυσικά υπάρχουν και άλλα. Η σμίλευση του μνημονικού και του φαντασιακού μας προστίθεται σε αυτή και τής δίνει μια σχεδόν μεταφυσική και χαώδη/κβαντική διάσταση. Η ικανότητα της πειθούς, λοιπόν, εξαρτάται από πολλές μεταβλητές και εκπηγάζει από άγνωστες πηγές. Μόνη η πείρα μπορεί να δώσει στον δικηγόρο εκείνη την έκτη αίσθηση που τόν προειδοποιεί, πότε βαδίζει σε “επικίνδυνο έδαφος”, πότε μπορεί να προχωρήσει, πότε πρέπει να υποχωρήσει και πότε μπορεί να ρισκάρει ολόκληρη την υπόθεση με μια μοναδική παράτολμη κίνηση στην σκακιέρα. Δεν υπάρχουν κακόνες που εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις. Η δικηγορία είναι τέχνη, λοιπόν, όχι επιστήμη. Αν ήταν επιστήμη θα απομνημονεύαμε τους κανόνες της και θα κάναμε την δουλειά μας, αλλά δεν είναι έτσι και ευτυχώς!
Πράγματι, η θεωρία και η ικανότητα της πειθούς μπορούν να γίνουν προσοδοφόρο κτήμα όλων εκείνων των επαγγελματιών που δρουν σε τομείς κοινωνικούς διαφορετικούς από την άσκηση της δικηγορίας. Ιστορικά, μάλιστα η μελέτη της λογικής και … της μη λογικής πειθούς ήταν η εργασία των φιλοσόφων και των δραματουργών, πριν προσαρτηθεί στην επικράτεια δράσης των δικηγόρων. Σήμερα δε οι κοινωνικοί επιστήμονες και οι σπουδαστές της γλώσσας συμβάλλουν στην κατανόηση των δικαστικών αγώνων. Τα έργα των αντιπροσώπων αυτών των κοινωνικών επιστημών μπορούν ωφέλιμα να μελετηθούν για να μάς βοηθήσουν να βελτιώσουμε την απόδοσή μας στις αίθουσες των δικαστηρίων... Αν ένας δικηγόρος δεν γνωρίζει, έστω τα στοιχειώδη, για τις κοινωνικές και ψυχολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου παράγοντα θα αντιμετωπίσει μεγάλο και ανυπέρβλητο εμπόδιο στις προσπάθειές του να πείσει. Εδώ ο προχωρημένος εκκοινωνισμός και η εμπειρία βοηθεί δραστικά.

Θεόδωρος Ορέστης Σκαπινάκης είναι Δικηγόρος Αθηνών, ΜΔΕ ΠολΔ.

Τελευταία ενημέρωση Κυριακή, 21 Οκτώβριος 2012

0 Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Θα πρέπει πρώτα να συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια.

Πρόσφατες Αναρτήσεις

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
48 Νοέ Νοέ Νοέ Νοέ 01 02 03
49 04 05 06 07 08 09 10
50 11 12 13 14 15 16 17
51 18 19 20 21 22 23 24
52 25 26 27 28 29 30 31
Προσεχείς εκδηλώσεις:

Δεν υπάρχουν προσεχείς εκδηλώσεις.

Επικαιρότητα

Best viewed with any browser Best viewed in 1280x1024

Σχεδιάστηκε από
Powered by Elxis CMS
Η πρόσβαση στην ιστοσελίδα και η χρήση του περιεχομένου και των υπηρεσιών της προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη αποδοχή των Όρων Χρήσης, τους οποίους παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά.
LawyersVoice.gr - Copyright 2008-
RSS 0.91 RSS 1.0
RSS 2.0 ATOM 0.3
OPML