Αρχική arrow Νομικός Βοηθός arrow Οδηγοί (ασκούμενοι) arrow Η νομική εκπαίδευση και κατάρτιση στην Γερμανία

Η νομική εκπαίδευση και κατάρτιση στην Γερμανία

Έχει γραφτεί από Δημήτριος Ζιγκόλης
Δευτέρα, 24 Νοέμβριος 2014

german lawΔημητρίου Ζιγκόλη,
Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης

Στο ενημερωτικό αυτό σημείωμα, περιλαμβάνονται πληροφορίες για την εκπαίδευση των νομικών στην Γερμανία. Σημαντικό στοιχείο, είναι ότι η εκπαίδευση τους είναι ενιαία (!) είτε πρόκειται για δικηγόρους, δικαστές, εισαγγελείς και συμβολαιογράφους. Να σημειώσουμε, ότι σύμφωνα με την γερμανική νομοθεσία, σκοπός της νομικής εκπαίδευσης είναι η απόκτηση από τον φοιτητή, της ικανότητας να αναρριχηθεί στο αξίωμα του δικαστή (Befaehigung zum Richteramt).

1. ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Στην Γερμανία λειτουργούν αυτήν την στιγμή 41 νομικές σχολές διαφόρων πανεπιστημίων. Η πρόσβαση στην νομική σχολή είναι σχετικά εύκολη (βαθμός του 16). Το γερμανικό κράτος (Ομοσπονδία και Κρατίδια) εγγυώνται το δικαίωμα στην πρόσβαση στα Α.Ε.Ι. Δεν εγγυώνται όμως καθόλου και την αποφοίτηση από αυτά. Έτσι η εκπαίδευση και το νομικό πλαίσιο αυτής, υπόκεινται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Ομόσπονδων Χωρών, χωρίς όμως μεγάλες αποκλίσεις. Λ.χ. στην Βαυαρία και στην Βάδη Βυρτεμβέργη τα πανεπιστήμια θεωρούνται "αυστηρότερα" από αυτά των λοιπών Ομόσπονδων Χωρών. Ένα χαρακτηριστικό των νομικών σπουδών στην Γερμανία είναι ότι, κανένα Πανεπιστήμιο δεν χορηγεί "Πτυχίο Νομικής", αλλά ο ρόλος του επικεντρώνεται στην προετοιμασία του κάθε φοιτητή της νομικές στις πρώτες κρατικές εξετάσεις (Erstes Staatsexamen, Examen).

Κατά τη διαρκεια της φοίτησης στο πανεπιστήμιο, ο φοιτητής της νομικής, υποχρεούται να λάβει μέρος σε έξι δοκιμασίες προόδου (Studienbegleitende Leistungskontrollen) στο αστικό, ποινικό και στο δημόσιο δίκαιο (3 για αρχαρίους και 3 για προχωρημένους) καθώς και σε δύο επιλεγόμενα μαθήματα (π.χ. ιστορία δικαίου, φορολογικό δίκαιο, ρωμαϊκό δίκαιο κ.ο.κ.). Έως το τέταρτο περίπου εξάμηνο, θα πρέπει να έχει επιτύχει στις δοκιμασίες προόδου του ποινικού αστικού και δημοσίου δικαίου. που αφορούν του αρχαρίους και έως στο 7-8ο εξάμηνο στις δοκιμασίες προόδου για προχωρημένους.  Η κάθε δοκιμασία περιλαμβάνει τρείς επιτηρούμενες γραπτές δοκιμασίες (Klausuren) και δύο "εργασίες κατ' οίκο" (Hausarbeit). Και στις δύο περιπτώσεις, ζητείται η επίλυση ενός πρακτικού θέματος. Στην εργασία κατ' οίκο (περίπου 20 έως 40 σελίδες) απαιτείται η επίλυση ενός επίσης πρακτικού θέματος με συστηματική παράθεση απόψεων της θεωρίας και της νομολογίας και επιλογή μιας από αυτές με επιχειρήματα για την επίλυση του πρακτικού θέματος. Να σημειωθεί ότι δεν παίζει κανέναν ρόλο η εύρεση του "σωστού" άρθρου κάποιου κώδικα, αλλά η επιχειρηματολογία. Και οι εργασίες κατ' οίκο, αλλά και οι επιτηρούμενες δοκιμασίες, γίνονται κατά την διάρκεια του εξαμήνου. Δηλαδή δεν υπάρχει εξεταστική. Θεωρείται ότι έχει πετύχει κάποιος μια δοκιμασία προόδου, όταν μέσα στο ίδιο εξάμηνο έχει επιτύχει και σε μία τουλάχιστον (από τις τρείς) επιτηρούμενη γραπτή δοκιμασία και σε μία από τις δύο εργασίες κατ' οίκον. Εάν δεν επιτύχει, μπορεί να επαναλάβει την εξέταση μόνο μία φορά. Σε περίπτωση δεύτερης αποτυχίας, επέρχεται οριστική διαγραφή του φοιτητή από την νομική σχολή (στις περιπτώσεις αυτές, πολλοί "μεταναστεύουν" σε άλλο Ομόσπονδο Κρατίδιο).
Οι δοκιμασίες προόδου για αρχαρίους, περιλαμβάνουν στο αστικό τις γενικές αρχές, γενικό ενοχικό και κάποια στοιχεία από το εμπράγματο. Στο ποινικό μόνο το γενικό μέρος του ποινικού κώδικα. Στο δημόσιο δίκαιο περιλαμβάνεται το συνταγματικό (οργάνωση του κράτους, ατομικά δικαιώματα).
Οι δοκιμασίες προόδου για προχωρημένους περιλαμβάνουν στο μεν ποινικό το ειδικό μέρος του Π.Κ. και στοιχεία της ποινικής δικονομίας. Στο αστικό περιλαμβάνουν το ειδικό ενοχικό δίκαιο, το κληρονομικό και το οικογενειακό σε συνδυασμό με στοιχεία πολιτικής δικονομίας. Στο δημόσιο δίκαιο εξετάζονται γενικό και ειδικό διοικητικό δίκαιο, διοικητική δικονομία και διαδικασία (στην Βαυαρία εξετάζουν ακόμη και φορολογικό δίκαιο, σε επίπεδο επίλυσης πρακτικού ζητήματος).
Εφόσον ο φοιτητής της νομικής έχει επιτύχει σε όλες τις παραπάνω δοκιμασίες ελέγχου και σε δύο επιλεγόμενα μαθήματα, τότε η γραμματεία του χορηγεί την ποθητή βεβαίωση σπουδών προκειμένου να συμμετέχει στις πρώτες κρατικές εξετάσεις (Erstes Staatsexamen). Πάντως το "ατύχημα" της αποτυχίας για δεύτερη φορά στο ίδιο μάθημα έχει γίνει πολλές φορές, όταν συμφοιτητές του γράφοντος έδιναν το "τελευταίο" μάθημα για δεύτερη όμως φορά. Δυστυχώς, διεγράφησαν οριστικά από την Νομική Σχολή. Σε περίπτωση "μετανάστευσης" σε άλλο Κρατίδιο, έπρεπε να επαναλάβουν όλες τις γραπτές δοκιμασίες από την αρχή.

2. Οι πρώτες κρατικές εξετάσεις (Erstes Staatsexamen).
Αφου ο φοιτητής της νομικής ολοκληρώσει τον κύκλο των εξετάσεων εντός του Πανεπιστήμιου, λαμβάνει την σχετική βεβαίωση από αυτό και κάνει αίτηση  συμμετοχής στις πρώτες κρατικές εξετάσεις, στην Υπηρεσία Διοίκησης Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης της εκάστοτε Ομόσπονδης Χώρας. Οι εξετάσεις αυτές διαφέρουν από Ομόσπονδη Χώρα σε Ομόσπονδη Χώρα, και διεξάγονται από εξεταστική επιτροπή που καταρτίζει το εκάστοτε Υπουργείο και αποτελείται από καθηγητές της νομικής, δικαστές και ανώτερο δημόσιο λειτουργό που έχει ολοκληρώσει νομικές σπουδές. Έτσι στην Βαυαρία περιλαμβάνονται τρεις επιτηρούμενες γραπτές δοκιμασίες στο αστικό, τρείς στο ποινικό δύο στο δημόσιο μία στο φορολογικό δίκαιο και μία σε ένα μάθημα επιλογής (συνολικά 10), στα υπόλοιπα κρατίδια απαιτούνται συνήθως 7 γραπτές δοκιμασίες (δύο στο αστικό δύο στο ποινικό, δύο στο δημόσιο δίκαιο και μια σε ένα μάθημα επιλογής). Μόνο στην Ομόσπονδη Χώρα της Έσσης είναι τα πράγματα πιο χαλαρά: οι κρατικές εξετάσεις περιλαμβάνουν δύο δοκιμασίες στο αστικό, μία στο ποινικό, μία στο δημόσιο δίκαιο και προαιρετικά σε μάθημα επιλογής (για βελτίωση βαθμού). Πέραν όμως των γραπτών εξετάσεων, υπάρχουν και οι προφορικές ενώπιον εξεταστικής επιτροπής που καθορίζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο βαθμός δυσκολίας των εξετάσεων αυτών, αντιστοιχεί με αυτόν των Εισαγωγικών Εξετάσεων για τη Σχολή Δικαστών. Η δυσκολία τους όμως έγκειται ότι εξετάζεται και δημόσιο δίκαιο αλλά και φορολογικό δίκαιο σε επίπεδο επίλυσης πρακτικού ζητήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Γερμανός νομοθέτης θέλει να έχει προετοιμασθεί ο φοιτητής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να αναρριχηθεί στο Δικαστικό Αξίωμα.
Για την επιτυχία στις εξετάσεις, απαιτείται να έχει "πιάσει κάποιος την βάση» σε όλες τις δοκιμασίες, γραπτές και προφορικές. Φυσικά και εδώ ισχύει ο κανόνας ότι σε περίπτωση αποτυχίας, η εξέταση μπορεί να επαναληφθεί μόνο μία φορά. Τα ποσοστά αποτυχίας κυμαίνονται από το 20 έως το 40%. Σε περίπτωση επιτυχίας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης της εκάστοτε Ομόσπονδης Χώρας, απονέμει τον τίτλο του "referendar iuris" (Rechtsreferendar) δηλ. τον τίτλο του (νομικού) εισηγητή.

3. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΞΑΣΚΗΣΗ (REFERENDARIAT)
Για να κάνει κάποιος "referendar" πρακτική εξάσκηση, θα πρέπει να απευθυνθεί σε ένα Εφετείο το οποίο και θα τον δεχθεί. Σε θετική περίπτωση ο "referendar" γίνεται "δημόσιος λειτουργός επί θητεία" (Beamte auf Zeit). Λαμβάνει περίπου τα 2/3 των αποδοχών του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο  (2000 ευρώ καθαρά). Κατά την διάρκεια της πρακτικής εξάσκησης ο κάθε referendar είναι υφιστάμενος του εκάστοτε Προέδρου Εφετών ο οποίος ασκεί και την σχετική εποπτεία. Η πρακτική εξάσκηση διαρκεί δύο χρόνια και περιλαμβάνει πρακτική εξάσκηση έξι μηνών σε δικαστήριο ή εισαγγελία (όπου ο referendar επικουρεί δικαστή ή εισαγγελέα, γράφει σχέδια αποφάσεων, ανεβαίνει στην έδρα, κάνει αντικαταστάσεις κλπ.). Ακολουθούν έξι μήνες σε διοικητική αρχή (τμήμα υπουργείου, νομαρχίας κλπ) όπου ασκεί και χρέη δημοσίου λειτουργού, έξι μήνες σε δικηγορικό γραφείο και έξι μήνες σε επιλεγόμενη θέση (Δικαστήριο, Διοικητική αρχή ή δικηγορικό γραφείο).

4. Η δεύτερη κρατική εξέταση (Zweites Staatsexamen).
Μετα το πέρας της πρακτικής εξάσκησης, ακολουθεί η δεύτερη κρατική εξέταση. Στις εξετάσεις αυτές, οι υποψήφιοι καλούνται να επιλύσουν πρακτικά ζητήματα που άπτονται της εφαρμογής του δικαίου και της επίλυσης πραγματικών ζητημάτων (π.χ. στο αστικό, δίδεται ως πρακτικό θέμα ένα κείμενο αγωγής και καλείται ο εξεταζόμενος π.χ. ως συνήγορος του εναγομένου να αντικρούσει την αγωγή, στο ποινικό συνήθως ζητείται η σύνταξη κατηγορητηρίου και στο δημόσιο η σύνταξη ενδίκου βοηθήματος. Στο στάδιο αυτό ο βαθμός αποτυχίας περιορίζεται στο 10-20% και η εξέταση μπορεί να επαναληφθεί μία μόνο φορά. Σε περίπτωση επιτυχούς συμμετοχής, ο υποψήφιος λαμβάνει από το Κράτος τον τίτλο του "assessor iuris" δηλαδή τον τίτλο του παρέδρου, οποτε σύμφωνα με την γερμανική νομοθεσία έχει την "ικανότητα του δικαστή" (Befaehigung zum Richteramt)Τοτε και μονο τοτε, μπορεί να ασκήσει οποιοδήποτε νομικό επάγγελμα (δικηγόρος, δικαστής, του εισαγγελέας, του συμβολαιογράφος). Και ενώ η πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου είναι ελεύθερη, για τις θέσεις του δικαστή, του εισαγγελέα και του συμβολαιογράφου, παίζει ρόλο ο βαθμός με τον οποίο απέκτησε κάποιος τον τίτλο του assesor. Φυσικά θα πρέπει να πληροί και τα υπόλοιπα τυπικά προσόντα (υπηκοότητα, λευκό ποινικό μητρώο).

5. Η πρόσβαση στο δικαστικό αξίωμα
Κατ' αρχήν θα πρέπει να γίνει ο εξής διαχωρισμός. Στην Γερμανία υπάρχουν οι Ομοσπονδιακοί Δικαστές (εκλέγονται για θητεία 9 ετών από ειδικό εκλεκτορικό σώμα), και οι Δικαστές των χωρών. Οι Ειρηνοδίκες, Πρωτοδίκες και Εφέτες είναι δικαστές των Χωρών, Π.χ. Πρωτοδίκης Βαυαρίας παραμένει στην Βαυαρία, κ.ο.κ.
Τα προσόντα και η διαδικασία επιλογής των δικαστών καθορίζονται στο νόμο για την κατάσταση των Γερμανών δικαστών. Όσον αφορά τους ισοβίους δικαστές, αυτοί προσλαμβάνονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της εκάστοτε Ομόσπονδης Χώρας. Π.χ. το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Βαυαρίας, προκηρύσσει διαγωνισμό για την κάλυψη  20 θέσεων δικαστών στο πρωτοδικείο του Μονάχου. Εάν για τις 20 θέσεις δικαστών, παρουσιαστούν 30 υποψήφιοι, θα προσληφθούν αυτοί με τον καλύτερο βαθμό του Examen. Ακολουθεί δοκιμαστική περίοδος δυο έως τεσσάρων ετών, οπού ο υπό δοκιμή δικαστής κάνει ένα είδος παρεδρίας. Με το πέρας της περιόδου αυτής, η Διοίκηση της Δικαιοσύνης αποφασίζει με απόλυτη εκλογή (δηλαδή με ανέλεγκτη κρίση) εάν αν κάποιος δόκιμος δικαστής μπορεί να γίνει η όχι ισόβιος. Να σημειώσουμε εδώ ότι στην Γερμανία είναι δυνατή η μετάταξη πάντα από τον εισαγγελικό κλάδο στον δικαστικό και αντίστροφα. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, το μεγαλύτερο «κοινωνικό» κύρος απολαμβάνει ο Δικαστής και όχι ο Εισαγγελέας (ο οποίος εκεί τυπικά τουλάχιστον είναι ιεραρχικά εξαρτημένος σε μεγάλο βαθμό και υποχρεωμένος να εκτελεί τις εντολές του πολιτικού του προϊστάμενου που είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης είτε της Ομοσπονδίας, είτε του Ομόσπονδου Κρατιδίου). Είθισται πάντως να διορίζονται οι δικαστές μετά το 35ο έτος της ηλικίας τους (τυπικά δεν υπάρχει όριο ηλικίας).Πάντως οι Διοικήσεις της Δικαιοσύνης των Ομοσπόνδων Κρατιδίων, «έχουν τον τρόπο τους», ώστε να αποθαρρύνουν νεότερους υποψηφίους. Έτσι το 2010, σε έναν διαγωνισμό για το Πρωτοδικείο της Στουτγάρδης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Βαδης Βυρτεμβέργης, εκτός από τα υπόλοιπα τυπικά προσόντα (επιτυχής συμμετοχή στις εξετάσεις, υπηκοότητα, λευκό ποινικό μητρώο κλπ.) ζήτησε κάποιο χρόνο προηγουμένης επαγγελματικής εμπειρίας σε άλλο νομικό επάγγελμα, αλλά και υπεύθυνη δήλωση από τους υποψηφίους ότι έχουν τακτοποιημένα τα οικονομικά τους (!).
Μετα το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου, ειδική επιτροπή αποφασίζει (και έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια), εάν ο δόκιμος δικαστής, έχει τα προσόντα ώστε να γίνει ισόβιος. Ορισμένες φορές παρατείνουν την δοκιμαστική υπηρεσία, προκειμένου η επιτροπή αυτή να σχηματίσει καλύτερη άποψη. Επίσης, η επιτροπή αυτή κρίνει εάν ο δόκιμος δικαστής είναι κατάλληλος για το δικαστικό η το εισαγγελικό αξίωμα (δηλαδή δεν επιλέγει ο ενδιαφερόμενος). Υπάρχει όμως πάντα το δικαίωμα της μετάταξης από την ιστάμενη στην καθήμενη και αντίστροφα.
Οι προαγωγές γίνονται από ειδική επιτροπή της Διοίκησης της Δικαιοσύνης της εκάστοτε Ομόσπονδης Χώρας και συνήθως μετά από την αποχώρηση κάποιου αρχαιοτέρου. Αυτό ισχύει για τους βαθμούς του Ειρηνοδίκη, του Πρωτοδίκη και του Εφέτη.
Οι Ομοσπονδιακοί Δικαστές (ακόμη και αυτοί του ακυρωτικού) εκλέγονται από ειδική εκλεκτορική επιτροπή που αποτελείται από 32 μέλη, ήτοι 16 Βουλευτές (με αναλογία της δύναμης των κομμάτων) και τους εκπροσώπους των 16 ομόσπονδων χωρών. Απαιτείται πλειοψηφία πάνω από τα δυο τρίτα.
Το ενδιαφέρον με τους Ομοσπονδιακούς Δικαστές έγκειται στο ότι για να είναι κάποιος εκλόγιμος απαιτείται η συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας του και ο τίτλος του Assesor που προανέφερα. Μπορεί δηλαδή να εκλεγεί ως Ομοσπονδιακός Δικαστής και ένας μη δικαστής. Συνήθως εκλέγονται έμπειροι δικαστές, καθηγητές της νομικής αλλά και άλλοι νομομαθείς. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο αφορά τις αποδοχές τους: σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, η βουλευτική αποζημίωση ακολουθεί τις αποδοχές των Ομοσπονδιακών Δικαστών.
Την εποπτεία των Δικαστών ασκεί η Διοίκηση της Δικαιοσύνης της εκάστοτε Ομόσπονδης Χώρας. Στα Ομοσπονδιακά Δικαστήρια δεν γίνεται επιθεώρηση, αφού οι Δικαστές είναι αιρετοί.
Για τους Εισαγγελείς τα πράγματα διαφέρουν από όσα ισχύουν στην Ελλάδα. Υπάρχει σαφής και έντονη ιεραρχική εξάρτηση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης είτε του Ομόσπονδου Κρατιδίου είτε της Ομοσπονδίας. Έτσι ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να απευθύνει στους Εισαγγελείς οδηγίες και εντολές τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν.
Στο Ανώτατο Ακυρωτικό, υπάρχει η Γενική Ομοσπονδιακή Εισαγγελία. Ο προϊστάμενος αυτής είναι πολιτικό πρόσωπο, αφού διορίζεται και παύεται από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Δικαιοσύνης. Οι λοιποί διορίζονται και παύονται ομοίως από τον Υπουργό Δικαιοσύνης Έτσι έγινε το 1993 μετά από ένα «φιάσκο» της Γερμανικής Αντιτρομοκρατικής, αυτό αποδόθηκε στον Γενικό Ομοσπονδιακό Εισαγγελέα Alexander von Stahl, οποίος και παύθηκε on camera από την τότε Υπουργό Δικαιοσύνης. Ο Alexander von Stahl ειναι ο μόνος σε αυτό το αξίωμα ο οποίος είχε δηλώσει δημοσιως ότι είναι ομοφυλόφιλος.  
Αποδοχές των δικαστών: Ο πάρεδρος λαμβάνει περί τα 2.900 ευρώ καθαρά, ο Πρωτοδίκης με 10 χρόνια υπηρεσίας περί τις 4.400 και ο εφέτης περί τις 5200 ευρώ. Δικαστές που διοικούν Δικαστήριο λαμβάνουν επίδομα θέσης ανάλογο με την δυναμικότητα του Δικαστηρίου που διοικούν (500 έως 1500 ευρώ). Οι αποδοχές των Ομοσπονδιακών Δικαστών αρχίζουν από τις 8000 ευρώ το μήνα (καθαρά).

6. ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ
Η πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα είναι παρόμοια με αυτήν στην Ελλάδα. Όπως ειπώθηκε, προϋπόθεση αποτελεί η κατοχή του τίτλου του Assesor δηλαδή η επιτυχία στις κρατικές εξετάσεις. Δεν υπάρχουν δικηγορικοί σύλλογοι, αλλά δικηγορικά επιμελητήρια (Rechtsanwaltskammer) τα οποία περιλαμβάνουν τους δικηγόρους της εκάστοτε εφετειακής περιφέρειας. Οι αρμοδιότητες τους είναι πάντως παρόμοιες με αυτές των Δικηγορικών Συλλογών στην Ελλάδα. Ως «ομπρέλα» υπάρχει το Ομοσπονδιακό Δικηγορικό Επιμελητήριο (Bundesrechtsawaltskammer). Αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δίκαιου και είναι έμμεσα δημοσιά διοικητικά όργανα. 
Οι νέοι δικηγόροι εντάσσονται συνήθως σε οργανωμένα δικηγορικά γραφεία, τα οποία είναι και δικηγορικές εταιρίες. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι υποψήφιοι πελάτες των δικηγόρων είναι και τα μεγαθήρια της γερμανικής οικονομίας και οι εργατικές διαφορές που προκύπτουν δεν είναι καθόλου απλές. Στις μεγάλες πόλεις, σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο εργάζονται ακόμη και 200 δικηγόροι. Σε τέτοια δικηγορικά γραφεία, οι ετήσιες αποδοχές των δικηγόρων υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ. Σε μικρότερες πόλεις, ένα δικηγορικό γραφείο απασχολεί από 5 έως 20 δικηγόρους. Αποτελεί ματαιοπονία ένας νέος δικηγόρος να ανοίξει δικό του γραφείο. Οι λόγοι: η επαγγελματική στέγη κοστίζει ακριβά και απαιτείται οργάνωση γραφείου με δυο τουλάχιστον γραμματείς. Όσοι ρίχνονται μόνοι τους στον επαγγελματικό στίβο, συνήθως χρησιμοποιούν ως γραφείο την κατοικία τους, αλλά τα ετήσια εισοδήματα τους δεν υπερβαίνουν τις 25.000 ευρώ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το αξιόλογο με την νομική εκπαίδευση στην Γερμανία, έγκειται στο γεγονός ότι η φιλοσοφία της επικεντρώνεται στο να προετοιμάσει τον φοιτητή της νομικής για την αναρρίχηση στο δικαστικό αξίωμα, ακόμη και αν αυτός δεν γίνει ποτέ δικαστής.
Πάντως από το 1995 που συμμετείχα σε αυτές τις εξετάσεις τα κριτήρια έχουν χαλαρώσει σημαντικά. Αποτέλεσμα: μέσα σε 12 χρόνια ο αριθμός των δικηγόρων αυξήθηκε κατά 60% (από 99.000 το 1999, σε 158.000 το 2012). Σύλλογοι, οργανώσεις νέων δικηγόρων κλπ. υποστηρίζουν ότι οι δικηγόροι στην Γερμανία έγιναν «περισσότεροι, φτωχότεροι και χειρότεροι». Έτσι το πλέον περιζήτητο νομικό επάγγελμα ήταν και παραμένει αυτό του συμβολαιογράφου (Notar). Είναι όμως εξαιρετικά «κλειστό» επάγγελμα. Λόγω και της αξίας των ακίνητων , οι αμοιβές τους είναι δυσθεώρητες. Π.χ. για την αγορά κατοικίας τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα μπορεί να φτάνουν και τις 40.000 ευρώ. Οι τράπεζες, χορηγούν στεγαστικά δάνεια, μόνον εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής διαθέτει το ποσό για την κάλυψη των συμβολαιογραφικών εξόδων.


http://dikastis.blogspot.gr/2014/11/blog-post_14.html

0 Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Θα πρέπει πρώτα να συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια.

Πρόσφατες Αναρτήσεις

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
31 Ιούλ 01 02 03 04 05 06
32 07 08 09 10 11 12 13
33 14 15 16 17 18 19 20
34 21 22 23 24 25 26 27
35 28 29 30 31 Σεπ Σεπ Σεπ
Προσεχείς εκδηλώσεις:

Δεν υπάρχουν προσεχείς εκδηλώσεις.

Επικαιρότητα

Best viewed with any browser Best viewed in 1280x1024

Σχεδιάστηκε από
Powered by Elxis CMS
Η πρόσβαση στην ιστοσελίδα και η χρήση του περιεχομένου και των υπηρεσιών της προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη αποδοχή των Όρων Χρήσης, τους οποίους παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά.
LawyersVoice.gr - Copyright 2008-
RSS 0.91 RSS 1.0
RSS 2.0 ATOM 0.3
OPML