Το Σφουγγάρι

Έχει γραφτεί από Νίκος Ασανσερίτης
Δευτέρα, 28 Μάιος 2012

ΝΙΚΟΣ  ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ


ΤΟ  ΣΦΟΥΓΓΑΡΙ

Κείνο το ταιριαστό ζευγάρι, χαμένο ’κει πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μ’ έχει σφραγίσει. Όμως, σ’  αυτή τη  γειτονιά που τη διαφέντευε η στοχαστική ματιά ενός Γιώργου Ιωάννου, σ’ αυτή τη γειτονιά  και τ’ όνειρο, σαν  ήθελε, γινότανε ζωή.
Μέσα σ’ ένα δρόμο -τι λέω’ σε διακόσια μέτρα μέσα- είχανε στριμωχτεί τότες οι κυριότερες καταχτήσεις του νεοέλληνα, όλοι οι «οίκοι» που ’χαν επιβιώσει μετά τον πρόσφατο θάνατο της καθαρεύουσας’ εκδοτικοί πρώτα απ’ όλα, ανοχής κατόπιν, ευκτήριοι ύστερα και, τέλος, οίκοι πιάνων. Μια μεγάλη πιάτσα πνευματικού, σεξουαλικού, μεταφυσικού και καλλιτεχνικού ρίγους ήταν ο δρόμος μου -η Ζωοδόχου Πηγής μου. Κείνα τα ελπιδοφόρα μεταδικτατορικά χρόνια ξεφύτρωναν εύκολα και τα στέκια του πολιτικού ρίγους. Ήτανε μάλλον οίκοι συν-ενοχής αυτοί, αφού οι αληθινοί Επαναστάτες στεγάζονταν πάνω από τον οίκο ανοχής της Μπέμπας, οι πραγματικοί Αναμορφωτές απέναντι απ’ το ημιυπόγειο της Ζέτας κι οι βέροι Εθνικόφρονες κατέναντι κι αυτοί στο ρεπιασμένον οίκο της Λέλας της αμαρτωλής. Στις εκλογές το ρίγος γιγάντωνε μπρος στην απάνθρωπη έφοδο των μεγαφώνων κι οι περίοικοι απ’ αγανάχτηση μαυρίζανε τα κόμματα με τα περσότερα τα ντεμπισέλια. Τέτοιες μέρες ερχόσουνα να συμπαθήσεις τις μαοϊκά ομοιόμορφες νύμφες του Κυρίου με τα κοτσάκια, τα ταγεράκια και τις ποδήρεις πλισεδένιες φούστες ή τους ντεμοντέ μυστακοτρόφους τρόφιμους κάποιων ερμητικών κοινόβιων, που περιφέρονταν συνεννοούμενοι αθόρυβα, σαν τα μερμήγκια, στην ακατάληπτη τη γλώσσα τους.

Όμως, το ζευγάρι μου δεν είχε -βάζω στοίχημα- παρτίδες με κανέναν από δαύτους. Δοσμένο ήτανε στους καημούς του, καθένας στο δικό του. Η μάνα εξηντάρα, άβαφη, παραμελημένη, με το τσαντάκι, γνώριμος ο τύπος, δίχως ατομικά χαρακτηριστικά. Ούτε τ΄ όνομά της το ’μαθα ποτές ούτε πούθε κρατούσε η σκούφια της. Την είχα δει τρεις-τέσσερις φορές όλες κι όλες, μα ψυλλιαζόμουν τον καημό της: το παιδάκι της!
Εκείνο ψηλό, συμπαθητικό, καλοντυμένο’ τραγιάσκα του φορούσε καρρώ και κουστουμάκι ίδιο ύφασμα. Μαζί τους είδα για ψώνια στη λαϊκή αγορά -Καλλιδρομίου- μαζί και στο ζωοδόχο δρόμο μου. Χέρι-χέρι. Το παλληκαράκι να την ακολουθεί υπάκουα, κρατώντας το χεράκι της από ψηλά, κοντούλα καθώς ήταν η μανούλα του κι αυτός τριανταπεντάρης. Βυθισμένος στον κόσμο του τον όμορφο, τον άκακο, το χαμογελαστό, χαμογελούσε κι αυτός καθώς βαδίζαν. Σφιχτοκρατούμενοι, μπρος η μάνα, παραπίσω ο γιος, πορεύονταν καθένας προς το όραμά του, με ομοψυχία όμως και σε συμπαράταξη αταλάντευτη μπορώ να πω.
Κείνο τ’ απόγεμα -έπαιρνε να σουρουπώσει- κατέβαινα προς το κέντρο. Σε κάποιο Ναπολιτάνικο σοκκάκι είχα παραχώσει το μαρτυρικό μου τ’ αυτοκίνητο κι ανακουφισμένος βάδιζα προς το γραφείο. Περπατούσα με προσοχή πάνω στο πεζοδρόμιο μην πατήσω τα σκόρπια σκουπίδια, κατέβαινα πειθήνια στο δρόμο όταν κάποιο αυτοκίνητο είχε παρκάρει σύρριζα στον τοίχο, θαύμαζα κάποια Σχολή Θεάτρου με τις μαθήτριές της και ταυτόχρονα υπολόγιζα τις εισπράξεις που θα μου απέφερε η επιστήμη μου το βράδι.
Στη στοά που σχηματίζαν οι κολόνες, μπροστά στο εντευκτήριο της Χριστεπώνυμης Αδελφότητας, διέκρινα το ζευγάρι. Μου είχαν γυρισμένη την πλάτη. Δε μιλούσαν. Παρακολουθούσαν, θαρρείς, το ίδιο όραμα αυτή τη φορά και περιμέναν. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, λίγο παρακάτω, το φωτάκι της Ζέτας είχε ανάψει, το πλαστικό σφουγγάρι κρεμόταν ψηλά στο άνοιγμα της πόρτας για να μην την αφήνει να βροντάει. Η κίνηση μικρή. Κάποιος ξεπόρτισε από τον οίκο της ηδονής, έστριψε τη Βαλτετσίου, χτύπησε μια τα χέρια του και πήρε να τρίβει τις χούφτες του λαφροπατώντας.
Τότες το ζευγάρι ξεκίνησε. Μπροστά η μάνα, ένα βήμα πίσω το παλληκάρι της με την τραγιάσκα, χέρι-χέρι, κατέβηκαν το πεζοδρόμιο, διέσχισαν λοξά το δρόμο, έφτασαν μπροστά στην πόρτα, κατέβηκε το σκαλοπάτι η Μάνα, σήκωσε το κεφάλι, τράβηξε μαλακά το παιδί κοντά της. Κείνο χαμήλωσε.
Και πέρασαν μαζί κάτω από το σφουγγάρι.
Στάθηκα ζαλισμένος αντίκρι στον οίκο της Απώλειας, κάτω από τον οίκο της Αλλαγής, λίγα βήματα πέρα από τον οίκου του Κυρίου. Είχα βουρκώσει, όπως και τώρα, και δεν ήξερα πού να στραφώ.
Ασυναίσθητα τράβηξα κατά ’κει’ προς το σφουγγάρι.
Και μόλις έφτασα μπροστά του, το ’νιωσα πως θα ’τανε ντροπή να κρατηθώ και να μην κάνω προσκυνώντας το σταυρό μου.

ΣΗΜ. ΣΥΓΓΡ.: Πρβ. Μανόλη Ανδρόνικου, Το χρονικό της Βεργίνας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997, 146: «Τη στιγμή που [ο Γιώργος Δεσπίνης]  βρέθηκε μπροστά στην ανοιγμένη λάρνακα και αντίκρισε τα οστά και το στεφάνι, έφερε το χέρι στο κεφάλι και με αργή κίνηση έβγαλε τον μπερέ που φορούσε και άνοιξε ασυναίσθητα το στόμα του χωρίς να λέει τίποτα, κοιτάζοντας με έκσταση και φοβερή συγκίνηση. Όπως μου είπε αργότερα, ήταν έτοιμος να κάνει το σταυρό του έτσι αυθόρμητα, και μόνο την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε ελέγχοντας τον εαυτό του. Ήταν αυτό που νιώθαμε όλοι μας’ είχαμε την εντύπωση πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια λειψανοθήκη με άγια λείψανα».
Η ψυχή -ένα ψιλούτσικο έλασμα, υπάκουο στο πιο αχαμνό αεράκι…

Πρόσφατες Αναρτήσεις

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
44 Οκτ Οκτ 01 02 03 04 05
45 06 07 08 09 10 11 12
46 13 14 15 16 17 18 19
47 20 21 22 23 24 25 26
48 27 28 29 30 Δεκ Δεκ Δεκ
Προσεχείς εκδηλώσεις:

Δεν υπάρχουν προσεχείς εκδηλώσεις.

Επικαιρότητα

Best viewed with any browser Best viewed in 1280x1024

Σχεδιάστηκε από
Powered by Elxis CMS
Η πρόσβαση στην ιστοσελίδα και η χρήση του περιεχομένου και των υπηρεσιών της προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη αποδοχή των Όρων Χρήσης, τους οποίους παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά.
LawyersVoice.gr - Copyright 2008-
RSS 0.91 RSS 1.0
RSS 2.0 ATOM 0.3
OPML