Οι Ρίζες

Έχει γραφτεί από Νίκος Ασανσερίτης
Κυριακή, 11 Μάρτιος 2012

Σ’ ό,τι έχω ιερό

Κοίτα: Θέλω να καταλάβεις πούθ’ ερχόμαστε. Δικοί μας είμαστε κι εμείς. Και δημοκράτες. Μόνο που δε μουντζώνουμε κάθε που θα διατάξει η Τουβούλα... Είναι κι η ηλικία, βέβαια’ έχεις δίκιο. Μα είναι, το πιο πολύ, πως γεννηθήκαμε σε άλλες εποχές. Δε διανοείσαι, μάτια μου, τι εποχές...

Τη μέρα που μου ξάνοιξε τον κόσμο η μαμμή -εννιά Ιανουαρίου του ’39- η αδερφή μου τράβηξε το φυλλαράκι από το τοσοδούλικο το ημερολόγιο του τοίχου και το κόλλησε στην τετράφυλλη την πόρτα της κρεββατοκάμαρας. Με τον καιρό μου ξήγησε τη σημασία του και μου ’μαθε την ημερομηνία που θα σφράγιζε τη μοίρα μου. Την πρόφερνα στη γλώσσα των απόστρατων αγγέλων: «’νια ’Ναρίου»! Και η Πείνα;


Δεν άργησε. Φροντίσανε οι γερμανοί... Κυκλώναμε το θλιβερό τραπέζι, καθένας απ’ την πάντα του. Ο πατέρας, η αδερφή, η μάνα μας, κι εγώ. Και για κουτάλια: του κρεμμυδιού τα φυλλοκάρδια. Γρήγορα, πολύ γρήγορα, γλιτώναμε τα πιάτα απ’ το νερόβραστο μπλιγούρι. Κι ύστερα, κάτω τα κουτάλια! [Τρόπος του λέγειν, αφού ’χαν φαγωθεί κι αυτά...]. Άπλωνα τα χεράκια μου και μάζευα τρεμουλιαστός όλα κείνα τα ψίχουλα που καταφέρναν να γλιστρήσουνε στου τραπεζιού τις ρεματιές και τις χαράδρες. Έχει και η ανέχεια, θα πω, την καλοπέραση και τα προνόμιά της...
Μια μέρα, ο πατέρας κάθονταν μπρος στο μαγκάλι που ζέσταινε συμβολικά το ψηλοτάβανο δωμάτιο. Ήθελα να κάνω τσίσα και το δήλωσα. Κείνος γυρνάει και με καλεί κοντά του. Σκύβει, ενώνει τις χούφτες του και μ’ ενθαρρύνει:


-Κάνε!


Εγώ πειθάρχησα μετά φόβου Θεού, κι εκείνος χαμογέλασε πικρά. Σαν να μην πίστευε στα χέρια του! Δεν το περίμενε πως θα τολμούσα. Ούτε κι εγώ πως θα τολμούσε εκείνος...


Δεν ήταν μακριά μας το «Περιβολάκι». Η πιο αρχαία μου ανάμνηση αναδύεται μέσ' από κάποιο μίζερο καλοκαιράκι. Πίσω από την ψηλότερη πλευρά του μικρού τετράγωνου πάρκου, προς το «Βουναλάκι», του Παγκρατίου, είχε ξεφυτρώσει ξαφνικά μπροστά μου ένας γερμαναράς φρουρός! Με κοντά παντελόνια, χοντρουλός, πολύ μεγάλος για τα μάτια μου - τριώ-τεσσάρω το πολύ χρονώ εγώ τότε! - πρόβαλε από τη σιδερένια ξώπορτα μιας στενής αυλής και μου πρόσφερε δυο-τρεις ρογίτσες όλες κι όλες απ’ το τσαμπί σταφύλι που κρατούσε. Λαχταριστές μέσ' στην αναφαγιά. Αλλά κι επίφοβες: Καταχτητής…


Καθώς εψήλωνα παρόλα αυτά, το μέτωπό μου έφτασε στο γείσο πια του κομοδίνου. Πήγα και τον κουτούλησα με κάποια φόρα και γέμισα τον κόσμο όχι τόσο με αίματα, όσο με κλάμματα και με τσιρίδες. Έτρεξε η μάνα να μ’ αγκαλιάσει, να με γειάνει. Κι αφού κατάφερε να με παρηγορήσει, ήρθε με το πριόνι και τιμώρησε το παλιο-κομοδίνο: του ’κοψε τη γωνιά που μ’ είχε πληγωμένο και τ’ άφησε έτσι, ανάπηρο, να σέρνεται στα χρόνια που του μένανε να ζήσει. Η μάνα τέλειωσε πρωτύτερα: ίδια χρονιά με  τον Εμφύλιο...


Στο μεταξύ, μεσ’ στα παρτέρια κοκκίνιζαν τα σγρομπαλάκια κείνων των φουντωμένων θάμνων: των πυράκανθων. Τα τρυγούσαμε και τρώγαμε. Ξινούτσικα, μα κι απολαυστικά… Όταν ο θειος ο Νίκος μ' έφερνε στο «Περβολάκι» για να παίξω, κρυβόμουν πίσω απ' τους τεράστιους θάμνους’ κείνος απομακρύνονταν λιγάκι κι ύστερα καμωνότανε πως ψάχνει. Για να τον ξεγελάσω τον καλούσα με στραβό το στόμα. Κι εκείνος ο καημένος έκανε πως έτρεχε μια εδώ, μια 'κει, σαν να με είχε χαμένον. Απόλαυση, να δεις, κι αυτή!


Νάτος κι ο Βασιλιάς! Στην ώρα του... Τελειωμένα τα Δεκεμβριανά’ ερείπια γιομάτο το Παγκράτι. Είχα πια μάθει να κουτσοδιαβάζω. Κάποια παραμυθάκια είχαν ξεπέσει στα χεράκια μου. Τα διάβαζα κι έπαιρνα είδηση για τη ζωή.


Ο Γεώργιος θ’ ανέβαινε αυτοκινητάδα απ’ τη Συγγρού. Ο πατέρας μάς κατέβασε,  ποδαράτο βέβαια, εκεί κατά τους στύλους του Ολύμπιου Διός, σιμά στο άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα. Προσμέναμε, λαός ολάκερος, με αγωνία, με περιέργεια, μ’ αδημονία. Εγώ ’τοιμάζομουν. Κι αναρωτιόμουνα: Πότε θα πέφταμε στα γόνατα; Μόλις φαινόταν από μακριά, για σαν θα πέρναγε από μπρος μας;


Θυμάμαι κι άλλες περιπέτειες απ’ το «Περιβολάκι»: Μαθητής, σε κάποια από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Μ' ένα συμμαθητή μου, το Θόδωρο, που 'μενε ’κει παραδίπλα. Στρατολογούσε μαχητές για πετροπόλεμο με τους Καισαριανιώτες. Δεν κατατάχθηκα. Δεν είχα ούτε σθένος ούτε μένος. Μου έμεινε όμως η εικόνα. Ίσως γιατί ήταν έντονη η πρόκληση, ίσως γιατί μου στοίχισε η άρνησή μου. Ξεδιπλωνόνταν, πάντως, χαραχτήρες εκειδά. Τα κουβεντιάζαμε, θυμάμαι, σπιθαμιαίοι διαπραγματευτές, στη χαμηλότερη πλευρά του πάρκου, προς τη μεριά του «Άλσους» -στα φαρδιά τα σκαλοπάτια που σ' ανεβάζαν στο χωματένιο διάδρομο κι απέ στο μαρμαρένιο πίδακα, στο κέντρο του μικρού μας πάρκου. Νερό δεν επερίσσευε' στεγνό το συντριβάνι. Το σαμαράκι το καμπυλωτό της γούρνας οι πιτσιρίκοι το βαφτίζαμε πότε άλογο, πότε καράβι, πότε αρεόπλανο, ό,τι θες. Ωσάν τους καλογέρους με το κρέας τη σαρακοστή. Και πολεμούσαμε αναλόγως. Μα, ο Θοδωράκης έβλεπε πολύ πιο μακριά...


Στην άλλη την πλευρά σκόνταφτε ο δρόμος πού 'ρχονταν από το «Τέρμα». Από ’κει οπού τερμάτιζε το Δώδεκα το τραμ. Η μια γωνιά του πάρκου αντίκριζε εκείνη την αξέχαστη μαγεία της «Τιτάνιας»: Του θερινού του σινεμά με τον παράδεισο της πρασινάδας! Ξέχειλοι οι τοίχοι της τα καλοκαίρια: Λουλούδια! Μυρουδιές!


«Στραγάλια, φιστίκια, πασατέμπο…», διαλαλούσε στους χαλικόστρωτους διαδρόμους ο μηχανικός προβολής που ’τρεχε στα διαλείμματα και κοτσάριζε τον νταβά στην κορυφή του κεφαλιού του.


Αργότερα αυτό' όταν πια είχαμε ψυχοπιαστεί κάπως οι έλληνοι.
Σε κάνα-δυο χρόνια, με την ανάπτυξη, τα πράγματα άλλαξαν: Έστελνε τους βοηθούς του τώρα στα χαλίκια, για να διαλαλούν:


«Ταμ-ταμ, πορτοκαλάδες, λεμονάδες!»


Πολύ πριν απ' την κόκα-κόλα, πάντως…
Κείνος, μονάχος απ’ τη γέφυρα του θωρηκτού του, θα ’χε το γενικό το πρόσταγμα: την προαναγγελία των ταινιών του «προσεχώς» απ' το μικρόφωνο. Τον μιμούμασταν φράζοντας τα ρουθούνια:


"Τηην-Δευ-τέ-ρα…"


Η μάνα είχε φύγει. Για μακρινό ταξίδι. Δεν είπανε να κλείσουν οι πληγές μέσα στη γύψινη φασκιά που την είχαν τυλίξει, στον Ευαγγελισμό. Δυο λίρες, όλες κι όλες, κατάφερε να δανειστεί ο πατέρας και να τις ακουμπήσει. Δε φτούρηξαν... Στο μέλλον πια θ’ ανταμωθούμε. Και αν… Είχα καθίσει στη λεγόμενη τραπεζαρία: Ένα ντουλάπι σκαμμένο στο διπλόφαρδο τοίχο, δύο μπαούλα ασήκωτα, μια λάμπα να κρέμεται γυμνή σ’ ένα καλώδιο στριφτό, οχτώ τάβλες, τέσσερα πόδια να τις συγκρατούν, τρεις ψάθινες καρέκλες φαγωμένες, και το καρεκλί μου  [ο πατέρας τού ’χε ταπώσει με κόντρα πλακέ την τρύπα που σαν ήμουνα μωρό χώραγε το αγγειό μου]. Δούλευε ή σόμπα’ με οικονομία το κάρβουνο. Είχα μια κόλλα. Λευκή κι αμόλυντη. Έξυσα το μολύβι’ έσκυψα το κεφάλι. Μέτρησα με γροθιές σφιγμένες και τον αντίχειρα ορθό, την απόσταση του τραπεζιού απ’ το πηγούνι. Και ξεκίνησα:
Είχα, κι εγώ, ένα όνειρο... Την έκδοση μιας ’φημερίδας! Έξυσα τώρα το κεφάλι. Κι έγραψα:

«ΠΑΙΔΙΚΗ ΖΩΗ
ΑΘΗΝΑΙ, 1 Νοεμβρίου 1950          /         ΕΤΟΣ Α΄  ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 1»


Αριστερά ένα δίστηλο με τον καθιερωμένο τίτλο:


«Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ»


Και δεξιά -βεβαίως, κατά σύμπτωση’ όχι επί τούτου!-  ένα μονόστηλο με τίτλο μονολεκτικό, και πολυσήμαντο συνάμα:


«ΛΙΔΩΡΙΚΙ
Ένα χωριό της Ελλάδας μας, μεταξύ των άλλων, είναι το ΛΙΔΩΡΙΚΙ. Είναι από τα πιο πολυπαθή χωριά της Ελλάδος’ πολλές φορές το κατέστρεψαν.»


Κι αφού εξηγούσα, με τη στιβαρή εκείνη γλώσσα της εθνικής μας προπαγάνδας, ποιοι εξωτερικοί και εσωτερικοί εχθροί το είχαν καταστρέψει, κατέληγα:


«Τώρα το κράτος μας προσπαθεί να το βοηθήση με κάθε τρόπο. Με τα λίγα μέσα που διαθέτει δεν είναι εύκολο να το επαναφέρη στην πρώτη του θέση. Γι’ αυτό εμείς, οι πιο εύποροι, πρέπει να βοηθήσωμε τουλάχιστον τους μικρούς Λιδωρικιώτες μαθητάς στέλνοντάς τους ό,τι επιθυμούμε. Ένα μπαλωμένο πανταλόνι και μερικά σχολικά είδη θα ήταν πλήρη δείγματα της αγάπης μας προς αυτά.»


Δεύτερο φύλλο δεν εξέδωσα. Ούτε και δεύτερη σελίδα. Μα ούτε και το εμφάνισα παρέκει. Μόνο στην αδελφή και τον πατέρα, που το ενέκριναν. Κείνο που δε θυμάμαι είναι αν, ως πιο εύπορος, είχα δεύτερο  μπαλωμένο παντελόνι, για να στείλω…


Περάσαν χρόνια για να καταλάβω πόσο ευεργέτησα τον τόπο -και την αυτοεκτίμησή μου- που δεν εδόθηκα κι εγώ στη δημοσιογραφία, την έντυπη και, προπαντός, στην άλλη, την κουτίσια…


Αθήνα, 4 Νοεμβρίου 2011

0 Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Θα πρέπει πρώτα να συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια.

Πρόσφατες Αναρτήσεις

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
40 Σεπ 01 02 03 04 05 06
41 07 08 09 10 11 12 13
42 14 15 16 17 18 19 20
43 21 22 23 24 25 26 27
44 28 29 30 31 Νοέ Νοέ Νοέ
Προσεχείς εκδηλώσεις:

Δεν υπάρχουν προσεχείς εκδηλώσεις.

Επικαιρότητα

Best viewed with any browser Best viewed in 1280x1024

Σχεδιάστηκε από
Powered by Elxis CMS
Η πρόσβαση στην ιστοσελίδα και η χρήση του περιεχομένου και των υπηρεσιών της προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη αποδοχή των Όρων Χρήσης, τους οποίους παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά.
LawyersVoice.gr - Copyright 2008-
RSS 0.91 RSS 1.0
RSS 2.0 ATOM 0.3
OPML