Η Γενιά μου

Έχει γραφτεί από Νίκος Ασανσερίτης
Κυριακή, 18 Μάρτιος 2012

ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ

Η γενιά μου μπορεί να καυχηθεί πως γνώρισε την Πείνα. Τότε ακριβώς που ’χε απαλά τα νύχια... Γι’ αυτό μας δέρνει, μια ζωή, η ανασφάλεια - παιδικό τραύμα!
Η γενιά μου μπορεί να καυχηθεί πως γνώρισε τον Εμφύλιο Σπαραγμό. Αδύναμη... Κλαμένη. Η κατοπινή γενιά του 1-1-4.
Η γενιά μου έχασε εφτά ολάκερα χρόνια από τα νιάτα της. Τότε με τη Διχτατορία των Παττακών. Άλλο προνόμιο αυτό!
Η γενιά μου ανήκει στη Ρωμιοσύνη την πολυπαθούσα. Τα πάθη της, τα κάλλη της...
Έτσι ακριβώς.

Μεγαλοβδομαδιάτικα κονόμαγε ο πατέρας ένα τετράγωνο ταψί, δανεικό κι αυτό, το στούμπωναν με κληματσίδες, απλώνανε τ’ αρνάκι, μπουκωμένο σκόρδα κι αλατοπίπερο, και τράβαγαν κατά το φούρνο. Το ’φερνα βόλτα και το μύριζα. Τι ευωδία! Θεία! Δεν επιτρεπόταν ν’ αρτηθείς ούτε μια στάλα, σα γύρναγε, ξεροψημένο και σε σμίκρυνση. Επιτρεπόταν μονάχα να το καμαρώνεις. Και να ’νειρεύεσαι τρελά...
Στο μεταξύ πορευόμασταν με τις κονσέρβες. Κείνα τα καλαμάρια, που μας θρέφαν αιώνες! Με το μαύρο το ζωμό, που τονε χύναμε αργότερα. Εθνικός παραστάτης κείνα τα καλαμάρια! Ήτανε σαν τα “Πάθη του Χριστού”, του «Πάλλας» και του «Μον Σινέ». Κάθε χρόνο, τα ίδια κι απαράλλαχτα.
Αλλά, κείνη τη χρονιά στον Επιτάφιο γίνηκε ένα ιδιωτικό θαύμα. Κοίτα να δεις, και δεν το απόλαψα όσο έπρεπε! Ο πατέρας πήγε και κουβάλησε από την «Τιτάνια» -για απ’ το «Μον Σινέ», ποιος ξέρει!- έναν προβολέα μεγαλούτσικον και τον κοτσάρησε στο μπαλκονάκι μας, στην Υμηττού. Πρέπει να τονε σκέπασε προσώρας. Το βράδι, σαν ξεμύτησε ο Επιτάφιος απ’ τη μεριά του Βύρωνα, στη Χρεμωνίδου, τον άναψε, τύλιξε απότομα με τ’ αναπάντεχό του φέγγος την κουστωδία των κεριών, κι αφήκε άναυδο το πλήθος, θαμπωμένο:
-Ααα!!!
Κοιτάζαν όλοι πάνω, στο μπαλκόνι. Εγώ ντρεπόμουνα. Δεν ήτανε δα και δικός μας ο προβολέας! Και, σαν ιδέα, τι παράτολμη… Δύσκολα κανείς εγκολπώνεται το ξεστράτημα απ’ την πεπατημένη. Πρώτα έρχεται η αίσθηση πως εκτίθεσαι και τελευταία θα ξυπνήσει η λογική, να διεκδικήσει το μεράδι της.
Την άλλη, ωστόσο, τη χρονιά, δεν πρόλαβε καλά-καλά ν’ ανάψει ο πατέρας, και σκάει απ’ την ταράτσα του «Πάλλας», πέρα, ένας τεράστιος προβολέας που σαρώνει τον Επιτάφιο και το δανεικό μας τον προβολέα.
Την τρίτη τη χρονιά ο πατέρας τα παράτησε. Είχανε μπει στη μέση τα μεγάλα τα κεφάλια! Δε θυμάμαι να παραπονέθηκε. Δεν πρέπει να γίνηκε σοβαρό θέμα στην οικογένεια. Τώρα μόνο που το θυμάμαι, κι αποτιμώ – καμαρώνω και θλίβουμαι συνάμα. Ε, αυτά τα αιώνια, τ’ αθρωπινά!
Θα ’χανε, βέβαια, περάσει τρία-τέσσερα χρόνια από την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά. Το Παγκράτι μου, πάντως, παράμενε φαφούτικο. Κάθε τόσο κι ένα άχτιστο οικόπεδο ή κάποιο σπίτι γκρεμισμένο. Για χρόνια αυτή η ιστορία...
Και τη νύχτα, αργά –εννιά να ’τανε, για πιο αργά ακόμα;- άκουγες αχ! από μακριά κείνον το θεσπέσιον ήχο -του τρένου:
-Ούουού!!!
Τι απόλαυση! Με πόσα τίποτας μπορεί να φχιάχνεται μια ολάκερη ευτυχία! Ε, διάτανε, αυτό το εμπεδώσαμε, εμείς της έρμης της γενιάς μου, για τα καλά!
Τι άλλο μου ’φερνε ευτυχία;
Κοίτα! Μια φορά, αναπάντεχα –σάμπως υπάρχει πιο σημαντικό απ’ τ’ αναπάντεχο σε τούτη τη ζωή;-  κει που σεργιάνιζα μονάχος στους χωματόδρομους, βρέθηκα στην Πύρρου, λίγο πιο μέσα από την Υμηττού, τη χωματένια λεωφόρο. Λοιπόν, θα ’τανε λέω χειμώνας’ έτσι λέω. Σε μια στιγμή, προσέχω σ’ έναν τοίχο τον ήλιο να ’χει ξαπλωθεί -θ’ ακούμπησε για λίγο πέφτοντας, λέω τώρα που μεγάλωσα-  κοκκινωπός, φιλικός, θερμαντικός και χαμηλόφωνος, κι ένιωσα τέτοιαν αγαλλίαση     -μα τέτοιαν αγαλλίαση!- που δεν μπορώ να την ξεχάσω.
Μου ’χαν αρέσει επίσης και οι Πέρσες –Πέρσες θα ’τανε μάλλον. Πρέπει να ήμουν νηπιάκι. Και πρέπει να ’μουν αρρωστούλικο και να τελείωνε επιτέλους το κρεββάτι. Ήρθε η Ιωάννα, η καλή μου η αδερφή, και μου ’δωσε το βιβλιαράκι της, να το χαζεύω. Κι είδα τότες κείνους τους αρχαίους που σηκώνανε το ’να τους χέρι οριζόντιο, με την ασπίδα, πάν’ απ’ το κεφάλι, στ’ άλλο κραδαίνοντας το δόρυ ή κάπως έτσι, όλοι τυποποιημένοι, ό ένας πίσω από τον άλλον. Κι ένιωσα τέτοιο ταρακούνημα -αισθητικό, θαρρώ- απ’ το πρωτόγνωρο το σχέδιο, που μου χαράχτηκε κι αυτό στα φυλλοκάρδια, ευφρόσυνο, για να μην ξεκολλήσει ποτέ ως τώρα...
Κι αφού για τα νηπιακά ο λόγος, τώρα πρέπει να μιλάμε για την περίοδο του Αλβανικού πολέμου. Σα να θυμάμαι φαντάρο τον πατέρα. Είχε, λοιπόν, ως φαίνεται, φέρει σταφίδες, μια σακκουλίτσα. Τη ζούπωσα, τρούπωξα κάτω απ’ το κρεββάτι και κατάπινα μανιωδώς. Κάποια στιγμή μ’ ανακαλύψανε. Και τότες ένιωσα για πρώτη φορά –και, πάντως, ευδιάκριτα- κείνο το πράμα που συνήθισαν να τ’ ονομάζουν τύψεις...
Κοίτα με τι τεχνάσματα μπήκε στο νόημα της ζωής αυτή η γενιά!
Αργότερα, η μάνα μου κατέβαζε στα πόδια της ξύλινής μας σκάλας, στο έμπα του σπιτιού, σ’ ένα ντενεκεδάκι, λίγο φαγάκι κάθε πρωί, για κάμποσον καιρό. Έσωνε, να δεις, από την πείνα κάποιον γεράκο που ’χε μυριστεί την καλοσύνη της –και πώς κατάφερνε να της βρεθεί περίσσεμα, η ευλογημένη!
Και μια μέρα –κοίτα να τρελαθείς!- ακούμε φωνές-κακό κάτω στη σκάλα. Τρέχουμε όλοι μαζί. Κι ήταν ο πατέρας, μεθυσμένος, και κοπανούσε κάτι ξυλοπάπουτσα’ μας φώναζε και τραγουδούσε.
Είχανε φύγει οι Γερμανοί....
Α, μερακλίδικη γενιά μου, εσύ! Προνομιούχα!!!


24.4.2000

Τελευταία ενημέρωση Κυριακή, 18 Μάρτιος 2012

Πρόσφατες Αναρτήσεις

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων
Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
40 Σεπ 01 02 03 04 05 06
41 07 08 09 10 11 12 13
42 14 15 16 17 18 19 20
43 21 22 23 24 25 26 27
44 28 29 30 31 Νοέ Νοέ Νοέ
Προσεχείς εκδηλώσεις:

Δεν υπάρχουν προσεχείς εκδηλώσεις.

Επικαιρότητα

Best viewed with any browser Best viewed in 1280x1024

Σχεδιάστηκε από
Powered by Elxis CMS
Η πρόσβαση στην ιστοσελίδα και η χρήση του περιεχομένου και των υπηρεσιών της προϋποθέτει και συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη αποδοχή των Όρων Χρήσης, τους οποίους παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά.
LawyersVoice.gr - Copyright 2008-
RSS 0.91 RSS 1.0
RSS 2.0 ATOM 0.3
OPML